Ο τόκος και ο Χρόνος

Δημήτρης Ναπ.Γ

*(Μέρος ενός ευρύτερου κειμένου μελέτης)

Τι είναι όμως, αλήθεια, ο τόκος; Δεν είναι χρόνος; προαγορασμένος χρόνος, ο οποίος μάλιστα επιφέρει και κέρδος; Δεν είναι μια ποσοτική προβολή στο μέλλον, η οποία επιφέρει μια ποιοτική αλλαγή, στο τώρα; Δεν είναι ο τόκος, το διαβατήριο, ώστε να καλύψεις στο «εδώ και τώρα», υλικές ανάγκες σου, με την ευεργετική αρωγή του …μέλλοντος; Επιβιώνω στο παρόν, αγοράζοντας μέλλον! Και μάλιστα, η χρονική επέκταση και το ύψος του τόκου, δημιουργούν μια λογική αέναης μεγέθυνσης της οικονομίας του δανεισμού και μια απόλυτη δέσμευση και υποταγή στον μελλοντικό χρόνο.   

Πόσο πιο δυνατό συμβολισμό, συμβατό πνεύμα και χαλύβδινη ιδεολογία χρειάζεται ο τραπεζοπιστωτικός, χρηματιστηριακός, αλλά και καταναλωτικός καπιταλισμός; Την ίδια στιγμή, η «δεισιδαιμονία» της Προόδου, η οικονομίστικη μελλοντολογία, περιορίζει τον κύκλο μιας οικονομίας αλληλέγγυων πολιτών και μειώνει την οριζόντια, αμοιβαία εμπιστοσύνη, την αλληλοβοήθεια, τη συμβολική ανταλλαγή, το δώρο, η οποία είναι περισσότερο ένας δημοκρατικός κύκλος παρά μια γραμμική τυρρανία. Η κοινότητα, πολιτική ή κοινωνική, υποχωρεί μπρος τον χρόνο του ατόμου.

Επιπλέον και ταυτόχρονα, η ανάγκη της γενικευμένης κατανάλωσης προϊόντων με ημερομηνία λήξης, εξιδανικεύει το μέλλον, το οποίο παλιώνει συσκευές, σπίτια, αγαθά και υπηρεσίες. Και με το χρήμα, με το δάνειο, αντικαθιστάς τον «σκουριασμένο» χρόνο του παρελθόντος! Ο χρόνος είναι χρήμα, αλλά και ο τόκος είναι χρόνος!

Επομένως, ο τόκος, με τη μορφή του προαγορασμένου κέρδους ως χρόνου και το ανάποδο, αποκτά μια τεράστια συμβολική δύναμη στην εποχή του μοντέρνου πολιτισμού, με δυο τρόπους. Αυτός που δανείζεται ή έχει χρηματικές καταθέσεις, βλέπει «πάντα μπροστά», εφόσον εκεί βρίσκεται οποιοδήποτε όφελος. Αυτός που δανείζει, βλέπει στον χρόνο, στο μέλλον, τον πιο πιστό σύμμαχο, ώστε να υποδουλώνει οικονομικά και ψυχοσυναισθηματικά άτομα και ολόκληρες χώρες. Παράλληλα στην πλανητική γεωοικονομία, ο δανεισμός όπως έχει δομηθεί είναι και ένας μέσο κυριαρχίας!

Ας αναλογιστούμε ότι σήμερα το χρέος της πραγματικής οικονομίας προς τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς είναι υπερτριπλάσιο της παγκόσμιας παραγωγής και κάθε κάτοικος του πλανήτη τούς χρωστά περίπου 35.000 ευρώ. Το χρέος και ο τόκος ως ο θεμελιώδης μηχανισμός του, επιστρέφουν δυναμικά και δικαιωμένα ως το επίκεντρο των πολιτικών (γεωπολιτικών και γεωστρατηγικών) συγκρούσεων, των ταξικών αντιθέσεων, αλλά και των «οντολογικών» αμφισβητήσεων  του δημόσιου χώρου, από την τυραννία του ιδιωτικού μη συλλογικού κέρδους.  Είναι ενδεικτικό της οικονομικής «κατοχής» της χώρας μας ότι η διαχρονική αποικιοποίηση των επιτοκίων, κορυφώθηκε το 2009, με ένα ποσοστό 109% επί του ΑΕΠ, ενώ σήμερα, μετά από δέκα χρόνια των σωτήριων μνημονίων διασώσεων, το χρέος έφτασε πάνω από 200%.

Ταυτόχρονα, και η παραγωγή υπεραξίας η οποία βασιζόταν στη αντίθεση (αλλά και την αλληλεπίδραση) κεφαλαίου και ζωντανής εργασίας, αντικαταστάθηκε από τη συσσώρευση πλασματικού άυλου κεφαλαίου. Το οποίο και αυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά προσδοκία για μελλοντική αξία, αξία που δεν έχει ακόμη παραχθεί, αλλά που έχει ήδη αποφέρει κέρδος στο σήμερα. O τόκος και τα μερίσματα είναι οι πολλαπλασιαστές των χρηματικών ποσών που επενδύονται και απαιτούνται μέσω των χρηματοπιστωτικών τίτλων που αντιπροσωπεύουν μελλοντικά κέρδη. Σε επίπεδο παραγωγής αλλά και αναπαραγωγής του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, η μαζική παραγωγή των χρηματοοικονομικών τίτλων (μετοχές, ομόλογα, συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης κ.λπ.), η διαπραγμάτευσή, αλλά και το ρίσκο τους στις χρηματοπιστωτικές αγορές επέτρεψε στο κεφάλαιο να συνεχίσει να επιβιώνει, αλλά με τη λογική χορήγησης πλασματικού παραγωγικού φαρμάκου (placebo).  

Η εξάρτηση των δραστηριοτήτων στην πραγματική οικονομία (και συνεπώς στις δαπάνες εργασίας) μέσα στη δυναμική των χρηματοπιστωτικών αγορών αποτελεί παγκόσμιο φαινόμενο στην εποχή του πλασματικού κεφαλαίου. Αυτό εξηγεί επίσης την τεράστια επέκταση του τριτογενούς τομέα, η οποία είναι σε μεγάλο βαθμό αντιπαραγωγική με την έννοια της κεφαλαιοποίησης – δηλαδή δεν παράγει αξία ή υπεραξία. Ακόμα και εάν, ωστόσο, μπορεί να προσφέρει το μεγαλύτερο μέρος των θέσεων εργασίας σε όλο τον κόσμο σήμερα, αυτό γίνεται μόνο και μόνο επειδή τροφοδοτείται από τα εισοδήματα και τα κέρδη που παράγονται κυρίως από πλασματικό κεφάλαιο εν αναμονή της μελλοντικής αξίας.

Ταυτόχρονα, υπάρχει μια τεράστια συγκέντρωση πλούτου σε όλο και λιγότερα χέρια, επειδή το πλασματικό κεφάλαιο μπορεί να συσσωρευτεί στις χρηματοπιστωτικές αγορές σε άμεση σχέση με τον εαυτό του, χωρίς την ενοχλητική παράκαμψη μέσω της απασχόλησης της εργασίας στην παραγωγή αγαθών. Εδώ θα μπορούσαμε ακραία να ανάγουμε την άυλη οικονομία ως ιδεολογικό συμβολισμό της κουλτούρας του ναρκισσισμού και της «αυτονομίας» του ατόμου χωρίς τους άλλους και τη συλλογική κοινότητα.

Η ψυχαναγκαστική αγιοποίηση κάθε έννοιας τεχνοοικονομικής Προόδου και τελευταίως ως βιοτεχνολογικό μέλλον μετάλλαξης του ανθρώπου, έχει πάρει πια τον δρόμο της, καθώς τα οφέλη είναι πολλά και πολυεπίπεδα. Ταυτόχρονα, η ενοχοποίηση, η καταδίκη και «εξαφάνιση» του παρελθόντος, δηλαδή στην ουσία της μνήμης, αποτελεί τον ισχυρότερο μηχανισμό απολυταρχίας για κάθε δεξιά ή αριστερή υπερνεωτερική εξουσία.

Συνέπεια του ευθύγραμμου μέλλοντος, μιας συγκεκριμένης Προόδου, είναι κατά βάση, η καταδίκη της παράδοσης, ως συσσωρευμένης σοφίας και μαστοριάς. Δεν υποστηρίζουμε ότι ο άνθρωπος χρειάζεται να πάψει να οραματίζεται το μέλλον, αλλά τονίζουμε την ενοχοποίηση της κληρονομιάς, της πνευματικής και ψυχολογικής  σκυτάλης που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά, καθώς – στη σύγχρονη εποχή της αποδόμησης εθνικών εδαφών και ανθρώπινων ταυτοτήτων – κάτι τέτοιο υπονοεί ιστορική συνέχεια και ανθρώπους με ρίζα, σάρκα και δεσμούς. Τα οποία, η σύγχρονη ολιγαρχική μετα-σκέψη  θεωρεί και τα κατηγορεί ως ανίκανα, να δημιουργήσουν μέλλον. Είναι τα βαρίδια που καθηλώνουν το άτομο στην αναπαραγωγή του «πίσω», ενάντια στην «επανάσταση» του νέου, θαυμαστού κόσμου, που βουλημικά, «οφείλουμε» να κατακτήσουμε!

Ακόμη περισσότερο σε επίπεδο εξουσίας και πλανητικής κυριαρχίας, το έδαφος σηματοδοτεί την υπαρκτική δυνατότητα αντίστασης. Την υλική και πολιτική ουσία της δημοκρατίας του λαού, ενάντια στην ισοπεδωτική παγκοσμιοποίηση και στο μαζικό Κράτος χωρίς …Δήμο!

Η ιεροποίηση του τόκου ως αναπόδραστο μέλλον, που καταλήγει να υποτιμά το έδαφος και ενοχοποιεί οποιαδήποτε αναφορά στο παρελθόν, πραγματοποιείται με την ταυτόχρονη από-ιεροποίηση των πάντων ως τίμημα κάθε προόδου. Η  απομάγευση του κόσμου (κατά Μάξ Βέμπερ), ήταν η προϋπόθεση για την ανάδυση του δυτικού ορθολογισμού και της κερδοσκοπικής σύλληψης του καπιταλισμού και πλημμύρισε κάθε απόπειρα «απελευθέρωσης» του ανθρώπου. Ο Διαφωτισμός, είτε από «δεξιά», είτε από «αριστερά», λοξοδρόμησε στην εργαλειακή ορθολογικότητα και στο χρησιμοθηρικό πνεύμα της υπερμοντέρνας τεχνικής.

Και λίγη προϊστορία

Στις προνεωτερικές κοινωνίες, η έννοια της φύσης και του ανθρώπου, αποτελούσε μια ολότητα, ενώ ο «χρόνος» βιωνόταν κυκλικά σε μια επαναλαμβανόμενη συνέχεια. Ιδιαίτερα, στους Αρχαίους Έλληνες, αυτή η ολότητα της φύσης μέρος της οποίας ήταν και ο άνθρωπος, ονομαζόταν «κόσμος» (από το κόσμημα). Το Όλον των όντων, υπήρχε ως αρμονία και η αιωνιότητα ήταν άχρονη, πλημμυρίζοντας τον άνθρωπο με θαυμασμό για το σύμπαν και την δημιουργική ενότητα του βίου.

Δεν έπαυε βέβαια, αυτή η θαυμαστή κοσμική αρμονία και αρτιότητα, να παραπέμπει και σε μια «κλειστότητα», οντολογική και υλική. Μια καινούρια ώθηση ήταν αναγκαία, όταν μάλιστα ο άνθρωπος αποκτούσε ακόμη μεγαλύτερη συνείδηση του εαυτού του, δημιουργούσε ακόμα περισσότερα εργαλεία και τεχνική που του επέτρεπαν να απομακρύνεται και να εξερευνά. Έτσι είχε ανάγκη μια διαφορετική θεωρία-ιδεολογία, που να τον ωθεί σε εξέλιξη. Μια διαφορετική αντίληψη της πορείας του στη Φύση και ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους.

Μια οντολογική απάντηση ήρθε με την εισαγωγή του ιστορικού χρόνου του ανθρώπου και τον προσανατολισμό στην κατεύθυνση της αποκλειστικά  γραμμικής προόδου. Η αλλαγή αυτή ξεκινά από την ιουδαϊκή παράδοση, ενσωματώνεται στις δομές της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και ολοκληρώνεται – κατά τον Κώστα Παπαϊωάννου – στον Χριστιανισμό. Όσον αφορά στον ιουδαϊσμό, δυο στοιχεία συνομολογούν την επιρροή του γραμμικού χρόνου στην κοινωνικοπολιτική του οντολογία: το μεσσιανικό στοιχείο και η σχεδόν οντολογική ταύτιση των οικονομικών δραστηριοτήτων των Εβραίων με το α-εθνικό εμπόριο και ειδικά με τις κερδοφόρες, τραπεζιτικές δραστηριότητες μέσω του τοκισμού. Ο ερχομός του Μεσσία που συνεχώς αναμένεται, ενεργοποιεί την ασυνείδητη πεποίθηση ότι το εγγύς ή το μακρινό μέλλον, θα φέρει τη σωτηρία. Η μυστικοποίηση της αναμονής ως λυτρωτικό μέλλον είναι πια ισχυρή ψυχοκοινωνική πεποίθηση και συχνά ανάγκη. Αυτή η εσχατολογική θεώρηση διαποτίζει και τη λειτουργία του τόκου, στον σύγχρονο κόσμο.

Βέβαια, η παραπάνω διαδρομή και εξέλιξη αυτή, χρειάζεται να καταχωρηθεί περισσότερο στη δυτική εκδοχή του Χριστιανισμού και στην μανιχαϊστική επιρροή του Ιερού Αυγουστίνου, παρά στον «κατ’ αλήθειαν βίον» της Ορθοδοξίας, η οποία έλκει την επιρροή της από την μακρόβια κληρονομιά του Ελληνικού κόσμου που μετουσιώθηκε στην ελληνική Ορθόδοξη παράδοση. Εδώ είναι η ευχαριστιακή λαϊκή κοινότητα που συνιστά την Εκκλησία, ως πράξη, ως σύγχρονη αναβίωση της σύναξης της αρχαίας Πόλεως. Η Πόλις, δηλαδή το έδαφος, ο τόπος, ως γεωγραφία αλλά και το πολιτικό «έδαφος» των σχέσεων της κοινότητας, οι παροντικές και υπαρκτικές σχέσεις της ζωής προετοίμαζαν τον μελλοντικό βίο. Η Πόλις είναι η βιωματική εκκοσμίκευση και συμπύκνωση στο ανθρώπινο μέτρο, της συμπαντικής αρμονίας του «κόσμου». Είναι η «πράξη» που διαχέεται μέσα στον Χρόνο. Η σχέση δημιουργεί την ενοποίηση των ανθρώπινων ενεργειών από το παρελθόν, στον παρόν και στο μέλλον.


Δυο σημαντικά γεγονότα, συντέλεσαν ώστε ο … μονόδρομος μελλοντικός χρόνος να πλημμυρίσει κάθε πτυχή της ανθρώπινης ζωής. Το ένα, είναι η ανακάλυψη, από τους μοναχούς του Μεσαίωνα, του μηχανικού ρολογιού. Αυτό και όχι η ατμομηχανή είναι η θεμελιώδης γονιμοποίηση που γέννησε τη Βιομηχανική επανάσταση, όπως ανέλυσε ο αμερικανός κοινωνιολόγος Λουίς Μάμφορντ.

Χαρακτηριστικό, είναι ότι τα ρολόγια υψηλής ακριβείας ονομάζονται χρονόμετρα. Η μέτρηση του χρόνου με μεγάλη ακρίβεια απαιτήθηκε αρχικώς για τον υπολογισμό του γεωγραφικού μήκους, λειτουργία πολύ χρήσιμη για τους θαλασσοπόρους. Πολύ γρήγορα, η εξέλιξη έφερε τα ατομικά ρολόγια-χρονομέτρες, όπου η μέτρηση του ατομικού χρόνου, όριζε την προσωποποίηση του συνολικού, καθολικά συμφωνημένου πλανητικού χρόνου, στο επίπεδο του ατόμου. Στο πεδίο του καθημερινού πολιτισμού των ανθρώπων, το ρολόι, χώρισε τον κυκλικό χρόνο του ανθρώπου σε ιδιωτικές και δημόσιες στιγμές, ενώ ταυτόχρονα τον απέκοψε από την οργανική συμβιωτική σχέση του, με την ολότητα της Φύσης. Ενώ, η υποκειμενοποίηση του χρόνου, συνδέεται τόσο με την ατομική ερμηνεία της φύσης, όσο και με την κατοπινή του απόσπαση ακόμα και από αυτόν τον άνθρωπο, καθώς ενσωματώνεται στη μηχανή, ως συμβολική εικόνα της ανθρώπινης εξέλιξης. 

Το άλλο σημαντικό γεγονός, είναι η καθ-ιέρωση του τόκου, από τον μεταρρυθμιστή Καλβίνο. Μέχρι το 1580, όταν ο προτεστάντης μοναχός, εισηγείται τη νομιμοποίησή του, ο τόκος (στην ουσία ο δανεισμός με μελλοντικό αναμενόμενο κέρδος), θεωρείται κάτι ανήθικο και  ανεπίτρεπτο, αμαρτωλό και ενίοτε επίσημα απαγορευμένο. Κατά τον Αριστοτέλη, η καπηλική οικονομία, που συμπεριλάμβανε τον τόκο, ήταν κάτι «αφύσικο». Η τοκογλυφία είναι η αναπαραγωγή του χρήματος χωρίς τη μεσολάβηση κανενός άλλου προϊόντος και διαλύει τη συλλογική κοινότητα καθώς η  φτώχεια και η κοινωνική δυστυχία είναι οι εύφορες συνθήκες για  την τοκογλυφία και την υπερίσχυση του ατομικού συμφέροντος.

Είναι «αφύσικος τρόπος απόκτησης χρημάτων», επειδή αντιβαίνει την ίδια την ουσία της γέννησης του χρήματος. Το χρήμα δημιουργήθηκε ως ένα μέσο για συναλλαγές, ενώ ο τόκος, τίκτει το ίδιο το χρήμα. Ο τόκος είναι χρήμα από χρήμα και έτσι τα γεννήματα είναι ίδια με τους γεννήτορές τους και έτσι «αυτός ο τρόπος απόκτησης χρημάτων είναι ο κατεξοχήν αφύσικος», καθώς ο τοκογλύφος πουλά χρήμα απαιτώντας πολύ περισσότερο χρήμα.

Όμως, η τοκογλυφία καταδικαζόταν σφοδρά, τόσο στην Παλαιά Διαθήκη, όσο και από τους Πατέρες της Εκκλησίας.

Ο Μέγας Βασίλειος στο έργο του Εἰς τόν ΙΔ΄ ψαλμό καί περί τοκιζόντων σημειώνει χαρακτηριστικά: «Ζητάς χρήματα από έναν φτωχό; Αν ήταν πλούσιος και μπορούσε να σε κάνει πλουσιότερο, για ποιο λόγο θα ερχόταν έξω από την πόρτα σου; Ήρθε να σε βρει σύμμαχο και σε βρήκε εχθρό…» (…) Σαν το γιατρό που επισκέπτεται τους αρρώστους και αντί να τους βοηθήσει να αναρρώσουν, αυτός τους αφαιρεί και την ελάχιστη δύναμη που τους έχει απομείνει». Στο ίδιο έργο, θα σημειώσει: «Ο δίκαιος δεν πρέπει ποτέ να δανείζει τα χρήματά του με τόκο».

Ενώ, όταν θυμηθούμε την πατρίδα μας, την περίοδο των …δανεικών παχιών αγελάδων, είναι εκπληκτική η συμβουλή του: «Να μην δεχθείς ποτέ δανειστή που σε πολιορκεί για να σου δώσει δάνειο. Το δάνειο είναι η αρχή του ψεύδους. Είναι αφορμή αχαριστίας, αγνωμοσύνης και επιορκίας. Είσαι φτωχός τώρα αλλά και ελεύθερος. Όταν δανειστείς όχι μόνο δεν θα πλουτίσεις αλλά θα χάσεις και την ελευθερία σου». Όμως δεν μπορούμε να μην σημειώσουμε και την προτροπή του στο ίδιο έργο Ες τόν ΙΔ΄ Ψαλμό καί περί Τοκιζόντων: «Να δανείζετε σε εκείνους που δεν ελπίζετε να πάρετε πίσω τα δανεισθέντα» φράση που είναι γραμμένη στο Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο 6,34.

Επιπρόσθετα, η γενεαλογία του χρέους και η περιοδική απαλλαγή των κοινωνιών από αυτό έχει πολλά να μας πει για το καίριο ζήτημα του τόκου και του συνακόλουθου χρέους, ως πεδίο κοινωνικών ανακατατάξεων και κυριαρχίας:

«Η ιστορία του χρέους ξεκινά από τις απαρχές των ιστορικών χρόνων, καθώς είναι χιλιάδες χρόνια αρχαιότερο από το χρήμα κι εξαρχής συνδεόταν με το κράτος. Τις πρώτες μορφές κρατικής οργάνωσης, αλλά και τα αρχαιότερα ίχνη έντοκου δανεισμού, συναντούνται στη Μεσοποταμία πριν από πέντε χιλιάδες χρόνια. Ωστόσο μέχρι την αρχαιοελληνική εποχή τα χρέη τα έλεγχε το κράτος και συχνά τα έσβηνε στα ιωβηλαία. Οι αγώνες των χρεωμένων ενάντια στους δανειστές, συνήθως των πολλών και φτωχών ενάντια στους λίγους και πλούσιους, σημάδεψαν την ρωμαϊκή περίοδο και αποτυπώθηκαν στις μεγάλες θρησκείες, ενώ κατέκτησαν περίοπτη θέση και στον χριστιανισμό – “και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών”.

Το χρέος καταστρέφοντας τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία εξαφάνισε τις βασικές προϋποθέσεις της ύπαρξής του στην Ευρώπη, για αρκετούς αιώνες. Επέστρεψε στη ζωή της ηπείρου μας με την άνοδο του καπιταλισμού κατά την Αναγέννηση και ακόμη περισσότερο μετά την κατάκτηση της Αμερικής. Οι σχέσεις χρέους διαδραμάτισαν κεντρικό ρόλο στην άνοδο των σύγχρονων κρατών καθώς και στη διαμόρφωση του πολιτισμού και του ίδιου του ευρωπαϊκού χάρτη. Το κράτος πήρε τη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα χάρη στο νέο φαινόμενο του δημόσιου δανεισμού και την εξάπλωση των κεντρικών τραπεζών, την εποχή του Διαφωτισμού. Η ανατροπή του προηγούμενου μοντέλου λειτουργίας τους, τον εικοστό αιώνα, διευκόλυνε την αδιάκοπη συγκέντρωση ολοένα περισσότερου πλούτου και εξουσίας στα χέρια ελάχιστων χρηματιστών, και άνοιξε το δρόμο στην πρωτοφανή κοινωνική πόλωση της εποχής μας». (Σπύρος Μαρκέτος)

Επιστρέφοντας, στην προτεσταντική νομιμοποίηση του τόκου, θυμίζουμε ότι σε σχέση με τον Λούθηρο, ο Ιωάννης Καλβίνος είναι πολύ θετικός για τις τραπεζικές συναλλαγές και τις εμπορικές δραστηριότητες, προτρέποντας τους πιστούς να ασχοληθούν με αυτές.

Έτσι κι αλλιώς, όμως, η προτεσταντική διδασκαλία και ασκητική ηθική της, αποτέλεσαν το «έδαφος στο οποίο ρίζωσε και βλάστησε ο αναδυόμενος καπιταλισμός, όπως ανέλυσε ο Μαξ Βέμπερ, στο μνημειώδες έργο του: «Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού». Η παραγωγική δραστηριότητα ήταν η Θεοφάνεια επί της…(οικονομικής) Γής. Η υλική απόδειξη της Πίστης. Η συσσώρευση του κεφαλαίου, στους προτεστάντες δασκάλους, αποτέλεσε τόσο μια μυστική εμπειρία, όσο και έναν σκόπιμο μόχθο, που ενοποιούσε τον εσωτερικό ψυχισμό του ιερού με τον εξωτερικό εγκόσμιο πλούτο. Έτσι η υπερκόσμια ζωή συνυφαινόταν με την εγκόσμια και όλο αυτό μαζί με την επέκταση της αναδυόμενης κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας. Ήταν μια ατομικότητα, στοιχεία της οποίας υπήρχαν ακόμη και στον Μεσαίωνα, αλλά ο Λούθηρος τα μορφοποίησε πνευματικά.

Έζησε σε μια μεταβατική περίοδο εισόδου σε μια εποχή κατά την οποία η ατομικότητα μετατρεπόταν σταδιακά στη μήτρα της νεωτερικότητας. Η πίστη και απευθείας η Γραφή, μόνο, σώζουν από την πρωταρχική αμαρτία. «Ο σημαντικότερος στόχος του χριστιανού δεν είναι πλέον η αγάπη, αλλά ο καθορισμός της σωτηρίας, ενώ προϋπόθεση για αυτό είναι το άκουσμα του Λόγου της Γραφής και η πίστη σε αυτόν». η προσέγγιση όμως του Λούθηρου είναι καινοτόμος όσον αφορά την προτεραιότητα της ατομικότητας και του εγώ του πιστού. Την προτεραιότητα της συνείδησης, δηλαδή. Με αυτήν, τη συνείδηση, κατά τον Λούθηρο, μιλάμε απευθείας με τον Θεό, «μέσω της σχέσης Του με εμάς». Είναι μια πίστη στον Θεό, η οποία επιστρέφει στο ίδιο το υποκείμενο (εγώ).

Είναι εντέλει μια αυτοαναφορική, εγωκεντρική πίστη στην ελεύθερη βούληση του ατόμου και όχι μια τραγική αναζήτηση του ανθρώπου να είναι παρών ως πρόσωπο με συνείδηση της ελευθερίας, των αναγκών και των περιορισμών του. Έτσι η αντικατάσταση της ιεραρχικής αυθεντίας της θρησκευτικής θεσμικής Εξουσίας, οδηγείται στην εργαλειοποίηση της αυθεντίας του ατόμου. 

Ίσως καθόλου παράδοξα, «παιδί» της «προτεσταντικής νομιμοποίησης του τόκου», θα μπορούσαμε να ονομάσουμε τον Τόμας Χόμπς (1588 – 1679), – όντας και φυσικό παιδί προτεστάντη κληρικού- τον πολιτικό φιλόσοφο, που θεωρείται από τους θεμελιωτές του σύγχρονου δυτικού κράτους και κατά κάποιον τρόπο «πολιτικοποίησε» τη φιλοσοφική-οικονομική διάσταση της ανερχόμενης αστικής τάξης και της μελλοντικής προοπτικής της.

  Η φιλοσοφία του, αναφερόταν στο ισχυρό κράτος Λεβιάθαν, το οποίο είτε με τη μορφή της απολυταρχίας, είτε με αυτή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, ελέγχει τη φύση του ανθρώπου η οποία δεν είναι αγαθή. Θεωρούσε ότι το άτομο πρέπει να ενεργεί με «χρησιμοθηρικό εγωισμό», ο οποίος αυξάνεται από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης (conatus) και τη θέληση για κυριαρχία. Το Κράτος έχει το μονοπώλιο της βίας και της απόλυτης εξουσίας, ώστε να υποτάσσει τα ανεξέλεγκτα εγωιστικά ένστικτα του ανθρώπου, τα οποία διαφορετικά θα οδηγούσαν στην ολική καταστροφή.

Σημαντική, όμως είναι και η θεωρία του Χόμπς, κατά την οποία ο άνθρωπος είναι ένα εγωιστικό αυτόματο (automaton). Μια μηχανή, δηλαδή, που κινείται συνεχώς και συγκρούεται αυτόματα με τις άλλες μηχανές. Ίσως, εδώ να βρίσκουμε και ψήγματα μιας πρωταρχικής σκέψης κατά την οποία η μηχανική-ποσοτική πλευρά του ανθρώπου θα υπερισχύσει των υπόλοιπων οντολογικών πλευρών του. Το οικονομικό σύστημα, σύμφυτο με την αυτοματοποίηση των μέσων παραγωγής, θα κυριαρχήσει στο μέλλον, μεταμορφώνοντας το ίδιο το ανθρώπινο «μέσον», σε μια τέλεια σύνθεση ανθρώπου και μηχανής (μετάνθρωπος).

Αλλά και ο Άνταμ Σμίθ, θεμελιωτής του οικονομικού φιλελευθερισμού και της ελεύθερης,  αγοράς, μιλά για το σπάσιμο της παλιάς κυκλικής κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης, μέσα από την «αυτογενή» ανάγκη των αυξημένων προσδοκιών, τις συνεχώς νέες ανάγκες και τις εγωιστικές επιδιώξεις, ως τη μήτρα του κοινωνικού πλούτου. Τα χαρακτηριστικά αυτά, οδηγούν σε μια μορφή κοινωνίας που αποθεώνει τον γραμμικό μελλοντικό χρόνο, καθώς δίνει το λίπασμα για απεριόριστη επέκταση, οικονομική μεγέθυνση και κέρδος. Οι ανθρώπινες ανάγκες δεν είναι πια, «φυσικές», αλλά ιστορικές, επομένως είναι συνεχώς μεταβαλλόμενες, προς το αναμενόμενο μέλλον. Επομένως μπορούν να γίνονται ακόρεστες, επειδή έτσι αποδίδουν κέρδος, το οποίο έρχεται αποκλειστικά από το γραμμικό «ιστορικό» μέλλον.

Επομένως

Σημασία δεν έχει να καταλάβουμε για ποιο λόγο ή αιτία, λειτουργούν τα πράγματα, οι ιδέες, οι συμπεριφορά ή για ποιο λόγο δημιουργήθηκαν ή χρειάζεται να διαμορφωθούν, αλλά μόνο πως λειτουργούν και που κατευθύνονται. Δεν έχει σημασία γιατί δημιουργήθηκε ένα εργαλείο, ένα προϊόν, ή μια ιδέα ή ποια είναι η ρίζα (το έδαφος, δηλαδή) που δημιουργείται μια πολιτική ή η αιτία μιας καθημερινής συμπεριφοράς, αλλά μόνο το πώς λειτουργούν για να φέρουν υλικό αποτέλεσμα, δηλαδή κέρδος.  Η χρηστικότητα και ο τελικός σκοπός, που επιτυγχάνεται με κάθε μέσον, επικρατεί έναντι της ουσίας του ανθρώπου, της πολύπλευρης ύπαρξής του και των σχέσεων με τους άλλους.

Ο αριθμός, η ποσότητα, η μεγέθυνση, η οικονομία, εντέλει, γίνεται ο κανόνας του Διαφωτισμού. Και κάθε μεγέθυνση, παίρνει χώρο, «έδαφος», από ένα σχεδόν μεταφυσικά εξιδανικευμένο μέλλον και όχι από το παρελθόν και τη μνήμη. Σπάει συνεχώς τα «σύνορα», δεν δημιουργεί όρια και συμφωνίες. Ή πιο ξεκάθαρα, κάθε όριο ή θεσμική ή νομική συμφωνία, κατευθύνεται και καταλήγει στην αλλαγή, την επέκταση, την σχετικοποίηση ή την κατάργηση των ανθρωπολογικών ορίων (και των εθνικών συνόρων, αναπόφευκτα!). Αυτό που αναζητούν οι άνθρωποι από τη φύση είναι η «χρησιμότητά» της. Με ποιο τρόπο δηλαδή, θα την κατακτήσουν στο μέλλον για να εδραιώσουν την κυριαρχία πάνω της και αναπόφευκτα πάνω στους άλλους ανθρώπους. Όπως, μας θυμίζουν οι συγγραφείς της «Διαλεκτικής του Διαφωτισμού», Χορκχάιμερ και Αντόρνο:  «ό,τι δεν θέλει να συμμορφωθεί με το κριτήριο της υπολογισιμότητας και της χρησιμότητας είναι για το διαφωτισμό ύποπτο». (Μ.Χορκχάιμερ – Θ. Αντόρνο – Η διαλεκτική του Διαφωτισμού – Εκδόσεις Ύψιλον – Αθήνα 1986)


Μια σκέψη σχετικά μέ το “Ο τόκος και ο Χρόνος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s