Δυο χρόνια απ’ το θάνατο του Χριστόδουλου Χάλαρη

Στο πάνθεον των σημαντικότερων προσωπικοτήτων της νεότερης ελληνικής μουσικής δημιουργίας

Ο Χριστόδουλος Χάλαρης στο sudio του Δημήτρη Λουζικιώτη φωτογραφημένος την ώρα που γράφει τον επίλογο του βιβλίου του.

Του Δημήτρη Λουζικιώτη

Ο συνθέτης Χριστόδουλος Χάλαρης συγκαταλέγεται στο πάνθεον των σημαντικότερων προσωπικοτήτων της νεότερης ελληνικής μουσικής δημιουργίας. Γεννήθηκε στην Αθήνα 1946. Με καταγωγή από τη Σαντορίνη, μεγάλωσε στην Κρήτη με οικογενειακή μουσική παράδοση. Στην εφηβεία του παρακολούθησε μαθήματα βυζαντινής μουσικής και το 1964, πήγε στο Παρίσι όπου σπούδασε Μαθηματικά, Κυβερνητική και Μουσικό Αυτοματισμό. Στην École Pratique des Hautes Études, υπό την εποπτεία των Ιάνη Ξενάκη και Marc Barbut, εκπόνησε τη διατριβή «Δομική ανάλυση της Βυζαντινής Μουσικής».

Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, χωρίς να παραμελήσει την έρευνα της μουσικής, άρχισε να ασχολείται με την πρακτική εφαρμογή των θεωρητικών του εφοδίων. Οι διαθέσεις του εκφράστηκαν αρχικώς με τη σύνθεση τραγουδιών και οργανικών έργων. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, ηχογράφησε μερικούς από τους σημαντικότερους δίσκους της ελληνικής δισκογραφίας στον 20 αιώνα: «Τροπικός της Παρθένου» (1973) και «Ακολουθία» (1974) σε στίχους Γιάννη Κακουλίδη και τον κύκλο τραγουδιών, ορόσημο, «Δροσουλίτες – Θρύλοι και Θρήνοι του Νίκου Γκάτσου» (1975), [τους στίχους του Νίκου Γκάτσου μνημόνευε ο Οδυσσέας Ελύτης ως κορυφαία δημιουργία (Εν Λευκώ, σ. 300, Εκδόσεις Ίκαρος)]. Στην «Ακολουθία» ο συνθέτης, δίνει ερμηνευτικό βήμα -στο χώρο του λόγιου τραγουδιού- στον πόντιο τραγουδιστή Χρύσανθο (Θεοδωρίδη) τον οποίον ακούει, τον πείθει να ερμηνεύσει τραγούδια του δίσκου και ζητά από την εταιρεία να τον καλέσει στην Αθήνα για ηχογράφηση, όπως και έγινε (σύμφωνα με αφήγηση που μου διηγήθηκε ο ίδιος)! Έτσι στον δίσκο μαζί με τον Νίκο Ξυλούρη -με τον οποίο συνεργάστηκε στον «Τροπικό της Παρθένου»- έχουμε την ευτυχή συγκυρία να συμπράττουν δισκογραφικά δύο εκ των τριών κορυφαίων τραγουδιστών του 20ου αιώνα. Ο Χρύσανθος στη συνέχεια, θα είναι ο κύριος και αξεπέραστος ερμηνευτής στους «Δροσουλίτες».

Ο Χριστόδουλος Χάλαρης παράλληλα έγραψε μουσική για το θέατρο (Εθνικό κ.ά.) και τον κινηματογράφο (μεταξύ άλλων «Μεγαλέξανδρος» του Θόδωρου Αγγελόπουλου-1980, «Η φωτογραφία» του Νίκου Παπατάκη-1986) ενώ οι ερευνητικές του εργασίες απεκάλυψαν ένα πρωτόφαντο πλούτο Βυζαντινής Μουσικής. Για την καλύτερη και συστηματικότερη αξιοποίηση των ερευνών, οργάνωσε ένα πρωτότυπο οργανικό σύνολο το οποίο ονόμασε «Ορχήστρα Παλαιών Παραδοσιακών και Πρωτότυπων Οργάνων».

Το 1997 ίδρυσε και διηύθυνε στη Θεσσαλονίκη -με την υποστήριξη της τότε Τράπεζας Μακεδονίας-Θράκης- το Μουσείο Αρχαίων, Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Οργάνων σε νεοκλασικό που παραχώρησε το τραπεζικό ίδρυμα, στα Λαδάδικα. Υπήρξε τόσο το ενδιαφέρον του εγχειρήματος ώστε το διεθνές ενημερωτικό δίκτυο CNN πραγματοποίησε αφιέρωμα. Η προσπάθεια ακυρώθηκε και το μουσείο έκλεισε όταν το 1999 η τράπεζα Μακεδονίας-Θράκης συγχωνεύτηκε με την Τράπεζα Πειραιώς. Δυστυχώς η Θεσσαλονίκη ως πρωτεύουσα του συμπλεγματισμού έναντι της Αθήνας, προτίμησε μιμούμενη να κατασκευάσει ένα αχρείαστο μέγαρο, απ’ το να διατηρήσει και να αναδείξει ένα μουσείο για τον μουσικό πολιτισμό και απ’ το βυζαντινό παρελθόν της, το οποίο θα δημιουργούσε υψηλή προστιθέμενη αξία (και οικονομική) για την πόλη.

Το 2013 είχα την ανέλπιστη και απροσδόκητη ευτυχία να τον γνωρίσω και να συνεργαστώ μαζί του. Ως γραφίστας σχεδίασα το τρίτομο έργο του «Ιστορία της αρχαίας ελληνικής και της βυζαντινής μουσικής» και ως φωτογράφος, φωτογράφησα -για την παραπάνω εργασία- πολλά απ’ τα αρχαία ελληνικά μουσικά όργανα, τα οποία είχε ο ίδιος επιμεληθεί και κατασκευάστηκαν για τις ανάγκες λειτουργίας του Μουσείου Αρχαίων, Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Οργάνων.

Η «Ιστορία της αρχαίας ελληνικής και της βυζαντινής μουσικής», Εκδόσεις Victory, αποτέλεσε έργο ζωής για ’κείνον. Σε σχεδόν 1400 σελίδες ο συγγραφέας ξεδιπλώνει το μουσικό φαινόμενο στον ελληνικό χώρο από την αρχαία, κλασική, ελληνιστική, βυζαντινή και μεταβυζαντινή εποχή και αναδεικνύει άγνωστες πτυχές της μακραίωνης ελληνικής μουσικής παράδοσης, τεκμηριώνοντας τη σύνδεση της αρχαίας και βυζαντινής μουσικής και φωτίζει την κοσμική πλευρά της τελευταίας αφού υπάρχει διάχυτη η αντίληψη, ότι υπήρξε μόνο εκκλησιαστικού χαρακτήρα.

Επιγραμματικά, στις σελίδες του έργου, παρουσιάζονται και αναλύονται:

«Το μουσικό ήθος» και η «Μουσική στην καθημερινή ζωή στην Αρχαία Ελλάδα», η «Παρασημαντική: το αρχαίο ελληνικό σύστημα της μουσικής γραφής», η «Μουσική παιδεία» και τα «Μουσικά λείψανα της αρχαίας ελληνικής μουσικής», τα όργανα κ.λπ. («Η ιστορία της αρχαίας ελληνικής και της βυζαντινής μουσικής», Τόμ. 1). Η σχέση «Χριστιανισμού, παγανισμού και θεάματος ακροάματος» κατά τους βυζαντινούς χρόνους, η «Οργανοχρησία και μουσικά όργανα στο Βυζάντιο», η «Ανάπτυξη της βυζαντινής παρασημαντικής» και οι «Εξέχουσες μορφές της βυζαντινής μουσικής φιλολογίας» (ό.π. Τόμ. 2).  

Επισημαίνεται ότι με τη μεταφορά της πρωτεύουσας στην Κωνσταντινούπολη ολόκληρη η αυτοκρατορία διαχέεται από το ελληνικό πνεύμα αφού από την Αντιόχεια, την Μικρασία ως την Πελοπόννησο, τη Μακεδονία και την κάτω Ιταλία παρά την ανάπτυξη του χριστιανισμού ο λαός εξακολουθεί να ψυχαγωγείται, πανηγυρίζει, εορτάζει με ελληνικό τρόπο: «Η Αντιόχεια (την εποχή του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α΄ – 347-395 μ.Χ.) διέθετε τέσσερα μεγάλα θέατρα: του Διονύσου, του Ολυμπίου Διός, το λεγόμενο “Πλέθρον” και, τέλος, αυτό που ο Λιβάνιος αποκαλεί “πρόμηκες θέατρον”….  όπου κατά το πλείστον παρουσιάζονταν έργα του αρχαίου κλασικού ρεπερτορίου, τραγωδίες και κωμωδίες. Ο Λιβάνιος, μεταξύ άλλων, αναφέρει την τραγωδία “Πασιφάη”. του Αλκαίου, έργα του Ευριπίδη, τους “Αχαρνείς” του Αριστοφάνη, “Τας Τικτούσας” του Μενάνδρου και πολλά άλλα. Γίνεται ακόμα λόγος για ένα είδος μπαλέτου. Παρουσιάζονταν παντομιμικά δρώμενα που είχαν ως στόχο την, υπό υπόκρουση μουσικής, χειρονομική απόδοση μύθων, σύμφωνα με τη διδασκαλία του Πυλάδη και του Βαθύλλου» ( Τομ. 3 σελ. 222).

«Η ενδεκάτη Μαΐου, ημέρα των εγκαινίων της Βασιλεύουσας από τον Κωνσταντίνο το Μέγα κατά το έτος 330, εθεωρείτο καθ’ όλη τη διάρκεια του Βυζαντίου, ως γενέθλιος ημέρα ολόκληρης της αυτοκρατορίας….. Παρά τον απόλυτα κοσμικό χαρακτήρα των εορταστικών εκδηλώσεων, η παρουσία των θρησκευτικών αρχών ήταν εντονότατη….. (ό.π. Τόμ. 3, σελ. 31). Οι άνθρωποι του λογίου ήταν “θυμελικοί”. Περί τον Διόνυσον τεχνίται, παντόμιμοι, υποκριτές, ορχούμενοι μίμοι, ακροβάτες, θηριοδαμαστές κ.λπ.» (ό.π. Τόμ. 3, σελ. 34).

«Ο όρος “δημώδης” (ή “δημώδες”, αν αφορά είδος), σύμφωνα με το “Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης”. σήμαινε “ο εκ λαού”, εις τον λαόν αρέσκων.. Ακόμη, ο όρος “δήμωμα”, στο ίδιο λεξικό, εξηγείται με τα εξής: “του λαού τέρψις, χαρίτων δαμώματα, άσματα δημόσια αδόμενα”. Η πολιτιστική προσφορά των οργανωμένων δήμων του Βυζαντίου είναι τεράστια. Αποτέλεσαν το θεσμό συντήρησης της “εθνικής παιδείας”, της εθνικής, με την έννοια της αρχαίας ελληνικής. Στο μέτρο αυτό η δραστηριότητά τους δεν ήταν συχνά αρεστή από την Εκκλησία. Οι δήμοι, όπως αναφέραμε σε προηγούμενο κεφάλαιο, συντηρούσαν ορχήστρες, συνθέτες (νομικούς) και πολυμελείς θιάσους μίμων και ορχουμένων μίμων. Έργο τους ήταν να παράγουν “δημώδες” αρεστό στο δήμο, δηλαδή θέαμα-ακρόαμα, χρησιμοποιώντας κώδικες επικοινωνίας, μουσικούς και θεατρικούς, προσιτούς στο λαϊκό κοινό. Οι συντελεστές της καλλιτεχνικής παραγωγής τους ήταν και επώνυμοι και έντεχνοι, εγκρατείς δηλαδή της τέχνης τους. Η ίδια η Εκκλησία, προκειμένου να οδηγήσει τους πιστούς της σε ορθούς δογματικούς στόχους στην “ορθή δόξα” κατασκευάζει έργα δημώδη με την έννοια που αποδώσαμε στον όρο» (ό.π. Τόμ. 3, σελ. 192).

Όπως σημειώνει ο συγγραφέας στο επίλογο «Το παρόν πόνημα αποπειράται να δώσει στον αναγνώστη την πραγματική έκταση του ελληνικού μουσικού πολιτισμού, αλλά και τη σοφή ενσωμάτωσή του στο καθημερινό κοινωνικό γίγνεσθαι» («Η ιστορία της αρχαίας ελληνικής και της βυζαντινής μουσικής» Τομ. 3 σελ. 354).

Η πολύχρονη έρευνά του συνθέτη, εκτεινόταν στις βιβλιοθήκες της Ελλάδος αλλά και της Ιταλίας (σε αρχεία που είχαν μεταφερθεί εκεί πριν και μετά την περίοδο της Άλωσης). Μια έρευνα που επιθυμούσε -και προσπαθούσε για χρόνια να συνεχίσει αναζητώντας τα απαιτούμενα κονδύλια- αλλά δεν πρόλαβε. Ο Χριστόδουλος Χάλαρης «διήλθε προς αθανάτους» στις 30 Ιανουαρίου 2019.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s