Από το Γούντστοκ στο Μπρέξιτ: η τραγωδία της φιλελεύθερης μεσαίας τάξης (Α΄μέρος)

Του Τζόναθαν Ράδερφορντ* από τον νέο Λόγιο Ερμή τ. 20

Τι συνέβη στη μεσαία τάξη; Στη Βρετανία, το να ανήκει κανείς σε αυτήν κάποτε σήμαινε ασφάλεια, επαγγελματική αποκατάσταση εφ’ όρου ζωής, ένα 25ετές στεγαστικό δάνειο, και μια αταλάντευτη αφοσίωση στο Συντηρητικό Κόμμα. Πατριωτική και διαποτισμένη από το αίσθημα του καθήκοντος, η μεσαία τάξη υπερασπιζόταν την παράδοση και διαμόρφωνε τις κοινές αξίες και τα πρότυπα του «έθνους των Τόρηδων». Σήμερα, έχει χάσει τον ρόλο της, και το κύρος που πήγαζε από αυτόν, ενώ έχει υποσκελιστεί από ένα νέο τμήμα της, διαμορφωμένο από την πολιτιστική επανάσταση και τη μαζικοποίηση της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης της δεκαετίας του 1960. 

Η νέα μεσαία τάξη, εδώ και καιρό, έχει πάρει διαζύγιο από την κληρονομιά των γονιών της, υποκαθιστώντας τον συντηρητισμό με τον σοσιαλ-φιλελευθερισμό. Η εξέλιξη αυτή ήρθε ως αποτέλεσμα της διεύρυνσης των επαγγελμάτων του δημοσίου τομέα, αλλά και των διευρυνόμενων μορφών επικοινωνίας που συγκεντρώνονται στις πόλεις. Η ταξική της ισχύ πηγάζει από τον έλεγχο που ασκεί στους πολιτιστικούς θεσμούς, τα ΜΜΕ και την εκπαίδευση, καθώς και τη λειτουργία που επιτελεί ως εθνικός διαμορφωτής της κοινής γνώμης και ως επικοινωνιακός φορέας αισθητικής και αξιών. Έτσι, θα διαμορφωθεί μια φιλελεύθερη ιντελιγκέντσια, κοσμοπολίτικη, ατομικιστική και εν γένει αντι-συστημική. 

Αυτοί οι άνθρωποι επωφελήθηκαν από την πολιτική συναίνεση που ενσωμάτωσε τις εθνικές οικονομίες και τις κουλτούρες στις παγκόσμιες αγορές. Ο εξευγενισμός του κέντρου των πόλεων θα τους προσφέρει πρόσβαση σε φτηνή ιδιοκτησία, που με τον καιρό θα αποκτήσει μεγάλη αξία. Η απεριόριστη πρόσβαση στις υπερσυνοριακές μετακινήσεις, η ανώτατη εκπαίδευση και η κοινωνική κινητικότητα ενθάρρυνε μια πιο κοσμοπολίτικη αντίληψη για τον κόσμο.

Αλλά όλα αυτά τώρα απειλούνται. Μια ανάλυση του ΟΟΣΑ, που δημοσιοποιήθηκε τον Μάιο της τρέχουσας χρονιάς, δείχνει ότι η οικονομική επιρροή αυτής της μεσαίας τάξης περιορίζεται. Προσωρινές και επισφαλείς μορφές απασχόλησης επεκτείνονται σε βάρος των παραδοσιακών μεσοστρωματικών μορφών. Οι νεώτερες γενιές έχουν αποκλειστεί από τη στεγαστική αγορά και δεν έχουν την πρόσβαση στο κράτος πρόνοιας και την ανώτερη εκπαίδευση που απολάμβαναν οι γονείς και οι παππούδες τους.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το 1/3 των ηλικιών μεταξύ 18-34 ετών ζει με τους γονείς του, ενώ άλλο ένα 1/3, από αυτούς που αποφοίτησαν μετά το 2007, εργάζονται σε θέσεις που απαιτούν λιγότερα προσόντα από αυτά που διαθέτουν. Η νεώτερη μεσαία τάξη αντιμετωπίζει έναν παγκόσμιο ανταγωνισμό, ιδίως μεταξύ των δεξιοτήτων που αφορούν σε πτυχιούχους, καθώς και στην προσφορά εργασίας, σε ό,τι έχει να κάνει με τη λογιστική, τα νομικά και τα χρηματοπιστωτικά επαγγέλματα, κάτι που προκαλείται και από την άνοδο της τεχνητής νοημοσύνης. Το κύρος της διανοητικής εργασίας έχει υποβαθμιστεί και οι δουλειές που συνδέονται με αυτήν έχουν καταστεί περισσότερο επισφαλείς. 

Η άνοδος της λαϊκιστικής αριστεράς αλλά και των πρασίνων μεταξύ των νέων της μεσαίας τάξης αποτελεί μια αντίδραση όχι μόνο στις μειωμένες οικονομικές προοπτικές αλλά και στην απώλεια του ιδεώδους της προόδου και της υπόσχεσης για ένα καλύτερο μέλλον που το συνόδευε. Κανείς άλλος δεν κατέγραψε καλύτερα αυτήν την απώλεια από τον Μαρκ Φίσερ, στην ύστερη φάση του έργου του γύρω από την πολιτισμική θεωρία. Γράφοντας κατά την πρώτη δεκαετία του νέου αιώνα, έθεσε το ερώτημα του τι συμβαίνει όταν η παράδοση δεν αμφισβητείται πλέον και δεν τροποποιείται από το καινούργιο. 

Ο πολιτισμός, λέει ο Φίσερ, μαραίνεται και πεθαίνει, και μαζί του, η δυνατότητα του κοινωνικού φαντασιακού να συλλάβει έναν κόσμο ριζικά διαφορετικό από αυτόν που ζούμε τώρα. Ο Φίσερ, τον οποίον αντιμετωπίζει με σεβασμό μια νεώτερη γενιά αριστερών διανοουμένων, εκλαΐκευσε την ιδέα της «φαντασματολογίας» για να περιγράψει την απώλεια προβλεψιμότητας των εναλλακτικών εκδοχών του μέλλοντος.

Οι καταβολές της κρίσης του φιλελευθερισμού βρίσκονται στη γενιά των μπέιμπι μπούμερ, που μεγάλωσε μέσα στην προστατευτική πανοπλία της αμερικανικής αυτοκρατορίας. Είναι μια ιστορία φιλελεύθερης αναδόμησης της Δύσης, της ανόδου και της πτώσεως μιας φιλελεύθερης μεσαίας τάξης, που βάσισε την αισιοδοξία της στο ιδεώδες της οικουμενικής ελευθερίας. Η ιστορία αυτή ξεκινάει πριν 50 χρόνια.

Η γενιά του Γούντστοκ

Τον Αύγουστο του 1969, μισό εκατομμύριο νέοι, κατά κύριο λόγο Αμερικανοί, συνέρρευσαν στη φάρμα ενός συντηρητικού Ρεπουμπλικανού, του Μαξ Γιάσγκουρ, που βρίσκεται στην πόλη Μπέθελ, στα βόρεια της πολιτείας της Νέας Υόρκης. Το γεγονός παρουσιάστηκε σαν ένα τριήμερο για τη μουσική και την ειρήνη· πενήντα χιλιάδες κόσμου αναμένονταν, και δεν είχε προβλεφθεί κάτι για φαγητό, τουαλέτες ή ιατρική υποστήριξη. Με μισό εκατομμύριο νέων να συνωστίζονται στα άδεια χωράφια της φάρμας, τα μήντια κάλυψαν το φεστιβάλ σαν να επρόκειτο για μια μεγάλη καταστροφή. Οι συνέπειές της θα αποφευχθούν με τη συνδρομή της αμερικανικής πολεμικής αεροπορίας, που παρείχε ελικόπτερα για τη μεταφορά των μουσικών, και ιατρικές ομάδες για την περίθαλψη των αρρώστων και των τραυματισμένων. Οι ντόπιοι κινητοποιήθηκαν για να προσφέρουν φαγητό στους συμμετέχοντες. Ωστόσο, εκείνες τις ημέρες συνέβη κάτι πολύ περισσότερο απ’ όλα αυτά.

Το Γούντστοκ οργανώθηκε από ένα υβρίδιο χιπισμού και γιάπηδων των χρηματιστηρίων, αλλά παραδόξως έμεινε πιστό στις αρχές του. Δεν υπήρξε βία. Ο κόσμος δεν θα την άντεχε.

Το άτυπο σύνθημα του Γούντστοκ ήταν «Κάνε το δικό σου», ενώ, για τις λίγες εκείνες ημέρες, το ιδεώδες αυτό σήμαινε και να βοηθάς τον διπλανό σου. Η μουσική και τα ναρκωτικά δημιούργησαν μια συλλογική έξαψη που χάλασε μόνον από την καταιγίδα της τελευταίας ημέρας του προγράμματος, την Κυριακή, 17 Αυγούστου. Καθώς το φεστιβάλ βάδιζε προς το τέλος του, ο Μαξ Γιάσγκουρ ανέβηκε στη σκηνή και παρατηρούσε το τεράστιο πλήθος που βρισκόταν μπροστά του, και τα κατεστραμμένα χωράφια του. «Νομίζω ότι όλοι εσείς αποδείξατε κάτι σε όλον τον κόσμο», φώναξε δυνατά. «Οι νέοι άνθρωποι μπορούν να βρεθούν μαζί και να περάσουν τρεις μέρες μουσικής και χαράς, δίχως να συμβεί τίποτε άλλο… Θέλω να σας ευχαριστήσω ο θεός να σας έχει καλά».

Το Γούντστοκ και η μουσική του –ο Σαντάνα, ο Τζίμι Χέντριξ, η Τζόαν Μπαέζ, η Τζάνις Τζόπλιν, οι Χου και η Γκρέητφουλ Ντέντ– συμβόλισαν τη ρήξη με την παλιά τάξη πραγμάτων. Μυθοποίησαν μια ολόκληρη γενιά. Το Γούντστοκ όμως αντιπροσώπευε και το θέαμα μιας νέας τάξης που αποκτούσε συνείδηση του εαυτού της. Αυτή η αναδυόμενη τάξη απαρτίζονταν από διαχειριστές της πληροφορίας και της μάθησης που ήταν απαραίτητες στη νέα οικονομία της γνώσης. Έγιναν γνωστοί ως «συμβολικοί αναλυτές» ή ως η «δημιουργική τάξη». Η Δεξιά τους κατήγγελλε για τον ηδονισμό και τον μηδενισμό τους. Ο κοινωνιολόγος Άλβιν Γκούλντνερ τους περιέγραψε με διθυραμβικούς όρους ως τους «συνεχιστές της κληρονομιάς του Διαφωτισμού, της οικουμενικής εκπολιτιστικής προόδου».

Ο κοσμοπολίτικος και σοσιαλ-φιλελεύθερος ατομικισμός τους διαμορφώθηκε μέσα από την υποστήριξη του αγώνα υπέρ των πολιτικών δικαιωμάτων, το κίνημα ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ, και τα κοινωνικά κινήματα του φεμινισμού και υπέρ της απελευθέρωσης των ομοφυλοφίλων. Το Γούντστοκ προανήγγειλε την ανάδυση ενός νέου καπιταλισμού της κουλτούρας και της επικοινωνίας τον οποίο θα υπηρετούσαν. Αυτή η τάξη θα εμπορευματοποιήσει τις ίδιες μεταϋλιστικές αξίες της αυτοπραγμάτωσης, της προσωπικής έκφρασης και της επιδίωξης της απόλαυσης που αποτελούσε την αντικουλτούρα της. «Είμαστε αστρόσκονη/είμαστε πολύτιμοι/και πρέπει να οδηγήσουμε τους εαυτούς μας πίσω στον Κήπο της Εδέμ», τραγουδούσε η Τζόνι Μίτσελ. 

Αλλά σε μια Αμερική που σπαρασσόταν από τον πόλεμο και τις φυλετικές συγκρούσεις δεν υπήρχε κανένας επίγειος Κήπος της Εδέμ. Τέσσερις μήνες αργότερα, αυτό το νεανικό όνειρο θα λήξει μέσα στη δολοφονική βία του φεστιβάλ που πραγματοποιήθηκε στο Άλταμοντ της Καλιφόρνιας.

Την ίδια στιγμή, στη Γερμανία, ο Ρούντι Ντούτσκε, ηγέτης ενός ριζοσπαστικού κινήματος σπουδαστών, καθόριζε την πολιτική στόχευση της γενιάς του Γούντστοκ. Καλούσε αυτούς τους νέους ριζοσπάστες να γίνουν αναπόσπαστο κομμάτι του κρατικού μηχανισμού, απευθύνοντάς τους έκκληση να αφοσιωθούν, όπως οι σύντροφοι του Μάο Τσε Τουνγκ, σε μια «μεγάλη πορεία μέσα από τους θεσμούς της εξουσίας». Το 1975, οι πρώτοι πολιτικοί εκπρόσωποι αυτής της νέας, φιλόδοξης γενιάς κατέφθαναν στην Ουάσιγκτον, ως νεόκοποι Γερουσιαστές του Δημοκρατικού Κόμματος. 

Ο Ράνταλ Ρόδενμπεργκ (Randal Rothenberg), γράφοντας στο περιοδικό Esquire, το 1982, περιέγραψε μια ομάδα «νεαρών, όμορφων νεο-εμφανιζόμενων Δημοκρατικών» που ισχυρίζονταν ότι είναι οι πραγματικοί κληρονόμοι του Τζον και του Ρόμπερτ Κέννεντι. Ήταν οι «Νέοι Δημοκρατικοί» και αυτοαποκαλούνταν προοδευτικοί φιλελεύθεροι ή «νεοφιλελεύθεροι». Ανάμεσα τους και ο Γκάρι Χάρτ, ο Μπιλ Κλίντον, ο Αλ Γκορ και ο Μάικλ Δουκάκης, καθώς και στοχαστές όπως ο Ρόμπερτ Ράιχ. Ως ένα προμήνυμα για το πού θα μπορούσε να οδηγηθεί η πολιτική αυτής της «νεοφιλελεύθερης λέσχης», ο Τζίμυ Κάρτερ, πρόεδρος του Δημοκρατικού Κόμματος, προχώρησε στην απορρύθμιση ορισμένων κλάδων της οικονομίας, όπως οι αερομεταφορές, οι επίγειες μεταφορές και οι τράπεζες. Ο στόχος ήταν να εκσυγχρονιστεί η βραδυπορούσα οικονομία και να καταστούν «οι καλές προθέσεις και πάλι εμπορεύσιμες». Τα πάντα υπόκεινται στην οικονομία και λειτουργούν στα πλαίσιά της. Μέσω αυτού του παράδοξου μείγματος ατομικισμού της ελεύθερης αγοράς και μέριμνας για κοινωνική δικαιοσύνη, αυτοί οι Νέοι Δημοκράτες εκπροσωπούσαν τη γενιά του Γούντστοκ.

Ο Ματ Στόλλερ (Matt Stoller), σε ένα θαυμάσιο, τεκμηριωμένο δοκίμιο, που δημοσιεύθηκε το 2016 στο Atlantic, περιγράφει πώς οι νεοφιλελεύθεροι ανέτρεψαν το παλαιό κατεστημένο του Δημοκρατικού Κόμματος και, εν συνεχεία, μέσα σε 40 χρόνια, μετασχημάτισαν ριζικά την αμερικανική πολιτική. Κατήγγελλαν την οικογενειακή βία, την ομοφοβία, τις διακρίσεις εναντίον των ΑΜΕΑ και τη σεξουαλική παρενόχληση. Αποτίναξαν πολλές αυταρχικές και ρατσιστικές παραδόσεις. Οδήγησαν στην προεδρία του Κλίντον και επηρέασαν με πολλούς τρόπους και εκείνη του Ομπάμα. 

Ήταν μια επανάσταση, αλλά το αποτέλεσμά της ήταν παράδοξο: ανατρέποντας το παλιό κατεστημένο των Δημοκρατικών, αποκήρυξαν επίσης τον οικονομικό δημοκρατικό λαϊκισμό που βρισκόταν στον πυρήνα της παράδοσής του.

Στα τέλη του 19ου αιώνα, οι προοδευτικοί πάλευαν για ασφαλείς θέσεις απασχόλησης και ενάντια στις ολιγαρχίες και τα τραπεζικά μονοπώλια. Τώρα, στο όνομα της προόδου, αυτή η νέα ενσάρκωση των Δημοκρατικών χαλάρωσε την αντιμονοπωλιακή νομοθεσία, κατήργησε τους φραγμούς που είχαν τεθεί στη χρηματοπιστωτική συγκεντροποίηση καθώς και τη ρύθμιση των τιμών. Έκαναν την Αμερική πιο ανεκτική πολιτισμικά, αλλά, όπως γράφει ο Στόλλερ, η καταστροφή της αντιμονοπωλιακής και αντιτραπεζικής παράδοσης του Δημοκρατικού Κόμματος «άνοιξε τον δρόμο για τη μεγαλύτερη συγκέντρωση οικονομικής εξουσίας που γνώρισε ποτέ ο αιώνας». Όταν ο Ρόναλντ Ρήγκαν κατήργησε το αντιμονοπωλιακό πλαίσιο που είχε εισαγάγει το Νιου Ντιλ, δεν υπήρξε καμία αντιπολίτευση για να τον σταματήσει.  

ο τέλος της προόδου

Το 1989 σηματοδότησε την αρχή του τέλους της σοβιετικής αυτοκρατορίας. Από εκείνη τη στιγμή, η νεοφιλελεύθερη επανάσταση της γενιάς του Γούντστοκ έμοιαζε ασυγκράτητη. Ο συντηρητικός διανοούμενος Φράνσις Φουκουγιάμα επιχείρησε μια επισκόπηση της παγκόσμιας κατάστασης και αποφάνθηκε ότι από τους δύο εχθρούς της φιλελεύθερης δημοκρατίας, ο μεν φασισμός καταστράφηκε, ο δε κομμουνισμός εξαντλήθηκε. Ο θρίαμβος της Δύσης έγινε φανερός από την ήττα των δύο αντιπάλων της.

Για τον Φουκουγιάμα, η επικράτηση του φιλελευθερισμού συντελέστηκε πρωτίστως στη σφαίρα της ανθρώπινης συνείδησης. Ένα νέο στάδιο του καπιταλισμού είχε αναδυθεί, εγκαθιδρύοντας μια νέα συναίνεση γύρω από τις αξίες της φιλελεύθερης αγοράς και την οικονομία της ελεύθερης αγοράς.

Στην Βρετανία, αυτό το νέο μοντέλο καπιταλισμού είχε ήδη αναπτυχθεί αρκετά υπό τη Μάργκαρετ Θάτσερ. Το 1991, ο κοινωνιολόγος Άντονι Γκίντενς, εμπνευστής της πολιτικής του Τρίτου Δρόμου, που εγκαινίασαν οι Νέοι Εργατικοί, έγραφε ότι η βρετανική κοινωνία βιώνει μια επιτάχυνση της νεωτερικότητας. Η καθημερινή ζωή μεταμορφωνόταν διαρκώς. Ο νέος καπιταλιστικός εκσυγχρονισμός δημιουργούσε αυτό που αποκάλεσε μετα-παραδοσιακή τάξη. Ο μεγαλύτερος βαθμός της προσωπικής αυτοέκφρασης αποδυνάμωνε τους ταξικούς δεσμούς. Οι πολιτικές της ταυτότητας γύρω από το φύλο, τη φυλή και τη σεξουαλικότητα υποκαθιστούσαν τις πολιτικές της ταξικής αλληλεγγύης.

Ο Γερμανός κοινωνιολόγος Ούρλιχ Μπέκ περιέγραψε τη μεταβαλλόμενη σχέση ατόμου και κοινωνίας ως «ατομικοποίηση». Έγραφε ότι ένα νέο είδος «καπιταλισμού δίχως τάξεις» απελευθέρωνε τις ατομικότητες από τους καταναγκασμούς της παλιάς τάξης πραγμάτων. Στις ΗΠΑ και στη Βρετανία, η φιλελεύθερη ιντελιγκέντσια έπαιξε κεντρικό ρόλο σε αυτόν τον μετασχηματισμό της κουλτούρας και της κοινωνίας.

Το 1993, ο Μπιλ Κλίντον εξελέγη πρόεδρος των ΗΠΑ. Το 1997, οι Νέοι Εργατικοί επικράτησαν στην πρώτη από τρεις συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις και οι ηγετικές τους προσωπικότητες εξέφραζαν την πολιτική των Νέων Δημοκρατικών του Κλίντον. Δύο χρόνια αργότερα, ο Μπλερ και ο Γκέρχαρντ Σρέντερ, καγκελάριος της Γερμανίας, εξέδωσαν μια κοινή διακήρυξη που αποτύπωνε τη σύγκλιση των προοδευτικών πολιτικών του βρετανικού Τρίτου Δρόμου και του γερμανικού Die Neue Mitte (το Νέο Κέντρο).

Ο παλιός τρόπος σκέψης που στηριζόταν στη διαίρεση αριστερά/δεξιά είχε εγκαταλειφθεί. Όπως υποστήριζαν οι Δημοκρατικοί νεοφιλελεύθεροι, αυτό που έχει τώρα σημασία είναι ο συνδυασμός των παραδοσιακών αξιών κοινωνικής δικαιοσύνης με την καινοτομία και τον δυναμισμό των αγορών. Η δυσαρέσκεια, όμως, εξαπλωνόταν. 

Η επαρχία της Βρετανίας, οι «περιφερειακοί» χώροι μέσα στις πόλεις, η αστική ενδοχώρα και οι αποβιομηχανοποιημένες περιοχές μεταβλήθηκαν σε οικονομικό τέλμα. Το μεγαλύτερο μέρος της παλιάς εργατικής τάξης αποψιλώθηκε από τις δεξιότητες και την πρόσβαση στην πολιτική εξουσία που άλλοτε την διέκριναν. Παραδοσιακές μορφές αλληλεγγύης χάθηκαν και οι μισθοί άρχισαν να παγώνουν. Τα πρώτα χρόνια του νέου αιώνα, υπερβολικά υψηλοί αριθμοί μετανάστευσης από χώρες που μόλις είχαν εισέλθει στην Ε.Ε. ενίσχυσαν το αίσθημα ανασφάλειας αλλά και την εντύπωση ότι η κυβέρνηση έχει χάσει τον έλεγχο. 

Η «μετα-παραδοσιακή» κοινωνία του Άντονι Γκίντενς αποδείχθηκε ότι συνιστούσε επί της ουσίας ένα μοντέλο φιλελεύθερου ατομικισμού ο οποίος με τον καιρό υπονόμευσε την πολιτισμική και ιστορική συνέχεια της κοινωνίας, παράγοντας ανασφάλεια. Η «ατομικοποίηση» του Ούρλιχ Μπεκ δεν σήμανε το τέλος των τάξεων αλλά ήταν ένα σύμπτωμα της αναδιάρθρωσής τους.

Η φιλελεύθερη ιντελιγκέντσια αναζωογόνησε την Αριστερά, αλλά, κάνοντας κάτι τέτοιο, βοηθήσαμε (και χρησιμοποιώ τον πρώτο πληθυντικό γιατί κι εγώ δίδασκα παλαιότερα πολιτισμικές σπουδές) να επιταχυνθεί η έκπτωση των ταξικών σχηματισμών πάνω στους οποίους είχαν δομηθεί οι παλιές σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές. Τα παραδοσιακά κόμματα της Αριστεράς μεταβλήθηκαν σε κόμματα της νέας φιλελεύθερης μεσαίας τάξης, που αποξενωνόταν όλο και περισσότερο από τη ζωή και τις εμπειρίες των παραδοσιακών ψηφοφόρων της εργατικής τάξης.

* Ο Βρετανός Jonathan Rutherford είναι βουλευτής του Εργατικού Κόμματος της Μ. Βρετανίας και ηγείται του πολιτικού ρεύματος της πατριωτικής Αριστεράς (Blue Labour). Το κείμενο δημοσιεύτηκε στις 18 Δεκεμβρίου 2019, στην ιστοσελίδα του New Statesman.

Μετάφραση: Γιώργος Ρακκάς


[1] Μια ιδιαίτερη έκφραση αυτού του μηδενισμού αποτέλεσε ο «Δεκέμβρης» του 2008 στην Ελλάδα (σ.τ.ε.).

 

Νέος Λόγιος Ερμής τ. 20

Πηγή: https://ardin-rixi.gr/archives/231264

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s